Ιστορία γραμμένη για έναν υποψήφιο εθελοντή (και όχι μόνο….)

Κάθε Τετάρτη πρωί επισκέπτομαι σαν εθελόντρια της «Διακονίας Ασθενών» το  Παίδων, κάθε Τετάρτη η βάρδια μου ξεκινά στις 11:00  και τελειώνει στις 14:00. Ακολουθώ ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, μπαίνω στο αυτοκίνητο μου με μια τσάντα  παιχνίδια-για δημιουργική απασχόληση- και μία κούπα καφέ από το καφέ της γειτονιάς μου. Τι είπα; Μπαίνω στο αυτοκίνητο, λάθος. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Μπαίνουμε. Εγώ και δίπλα κάθεται υπερήφανο ψηλό και προστατευτικό το «εγώ» μου.

Από την πρώτη  κιόλας μέρα που ξεκίνησα τα σεμινάρια για να γίνω εθελόντρια στην «Διακονία»  δειλά δειλά  έκανε την εμφάνιση του δίπλα μου «το εγώ» μου.  Σε κάθε μπράβο που άκουγα ψήλωνε, σε κάθε συγχαρητήρια όταν ανακοίνωνα ότι είμαι –πριν καν ακόμα γίνω- εθελόντρια φούντωνε και άνοιγε τα πολύχρωμα φτερά του.

Τι σου έλεγα, α! ναι για τις Τετάρτες που κάνω την διακονία μου, έχω γίνει πια εθελόντρια εδώ και λίγους μήνες. Και πίστεψέ με μόνο εγώ αγαπώ τόσο πολύ τα εγκαταλελειμμένα και άρρωστα παιδιά, μόνο εγώ τα φροντίζω, μόνο εγώ είμαι τόσο δοτική μαζί τους.  Μπορεί και το «εγώ» μου να σου το επιβεβαιώσει , το «εγώ» μου που τώρα πια στέκει ψηλό σαν κυπαρίσσι δίπλα μου και με έχει μόνιμα αγκαλιά και όλοι με θαυμάζουν , και εγώ ακόμα με θαυμάζω….

Είναι Τετάρτη, έξω βρέχει, άρχισαν  τα κρύα, σκέφτομαι. Παρκάρω έξω από το νοσοκομείο, πίνω τις τελευταίες γουλιές καφέ, σβήνω την μηχανή  και ανεβαίνω με τα δεκάδες παιχνιδάκια μου πάνω στο άρρωστο παιδί που είναι προγραμματισμένο να δω. Ο μικρός που θα φροντίσω σήμερα πάσχει από μία ανίατη ασθένεια. Μια μέρα όταν ήταν μωρό  οι γονείς του τον έφεραν εδώ τον άφησαν και δεν κοίταξαν ποτέ ξανά πίσω.

Παίζουμε, τρώμε, γελάμε, πάμε για φυσιοθεραπεία, η ώρα κοντεύει δύο και η βάρδια τελειώνει. Στο δωμάτιο μπαίνει η επόμενη εθελόντρια, μια μικροσκοπική ασπρομάλλα ηλικιωμένη. Πως θα μπορέσει αυτή η μεγάλη και κουρασμένη εκ πρώτης όψεως κυρία να φροντίσει αυτό το παιδί, μου ψιθυρίζει το «εγώ»  ενόσω εκείνη πλένει τα χέρια της και φοράει την ποδιά της.

Χαμογελάει, μου χαϊδεύει την πλάτη και γυρνάει στον μικρό. Τώρα ήρθε η γιαγιούλα αγγελούδι μου του λέει. Φωτίστηκε το δωμάτιο ή μου φάνηκε; Έξω ακόμα βρέχει.

Μένετε  κοντά; την ρωτάω. Όχι,  δύο λεωφορεία άλλαξα για να έρθω, θα κουράστηκες κοριτσάκι μου. Συνειδητοποιώ ότι ήταν τα μάτια της  εκείνα που φώτισαν το δωμάτιο. Αγγελούδι μου, συνεχίζει απευθυνόμενη προς τον μικρό, τώρα  ήρθε η γιαγιούλα δεν έχω πολλά που να μπορώ να παίξω μαζί σου αλλά θα κάτσουμε μαζί αγκαλίτσα να τα πούμε ναι; Χθες ήμουν στον κάτω όροφο στον φίλο σου τον Ν. και αύριο  έχω τα αδέλφια Χ. που παίζεις μαζί τους, Τα θυμάσαι καμάρι μου ; Ο μικρός θρόνιασε στην αγκαλιά της.

Της χαμογέλασα, τους χαιρέτησα και βγήκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα από το δωμάτιο. Τώρα ήρθε η γιαγιούλα, σκέφτηκα. Η δική μου γιαγιούλα  έχει από χρόνια πεθάνει  μα με την ίδια στοργή με αγκάλιαζε. Ήρθε η γιαγιούλα έλεγε και η γιαγιά μου η Μαρίκα όταν ήμουν άρρωστη  και τα μάτια μου έλαμπαν  όταν την έβλεπα ακριβώς όπως του μικρού αγοριού. Τίποτα  δεν συγκρίνεται με την ζεστή αγκαλιά μιας γιαγιάς.

Έξω στο δρόμο όλα σκοτεινά και μουντά  εμένα όμως όλα μου φαίνονται τόσο φωτεινά και λαμπερά. Νιώθω  πιο ανάλαφρη. Γυρνώ και κοιτώ ψηλά στον όροφο του μικρού δωματίου που μόλις είχα αφήσει. Η γιαγιούλα είναι τώρα με τον μικρό μου. Από το παράθυρο βλέπω το «εγώ» μου να έχει γίνει χίλια κομμάτια και να στροβιλίζεται  στον αέρα. Δεκάδες μικρά ασήμαντα κομμάτια στροβιλίζονται και χάνονται. Η μικροσκοπική γιαγιά εθελόντρια με τα μικρά ροζιασμένα χέρια  και τα φωτεινά μάτια  είχε κατορθώσει μέσα σε ελάχιστα λεπτά να κάνει τον κόσμο μας λίγο  πιο φωτεινό, λίγο πιο ζεστό, λίγο πιο αληθινό.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Βάζω μπρος την μηχανή. Η διπλανή θέση άδεια. Είμαι μόνη. Κλαίω. Είμαι ευτυχισμένη.

Ε.Κ.