Καλή χρονιά, διαφορετική χρονιά!

«Τα πτερόεντα δώρα…αλλιώς»

Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ήρθε και φέτος ο Άγγελος της πόλης να δώσει δώρα στους ανθρώπους. Είχε μαζί του ένα αστέρι φωτεινό για να λάμπει στις συνειδήσεις, το δώρο της ζωής που κάνει τις καρδιές να χτυπούν και από το στόμα του έβγαινε πνοή θείας γαλήνης για να δροσίζει τις ψυχές των ανθρώπων. Έψαχνε να βρει αυτούς που θα δέχονταν τα δώρα του με χαρά και θα τα αξιοποιούσαν με τον καλύτερο τρόπο.

Καθώς κοιτούσε τους ανθρώπους που περπατούσαν βιαστικά στο κέντρο της πόλης, το κλάμα ενός παιδιού του τράβηξε το ενδιαφέρον. Ήταν ένα μωρό που έκλαιγε μόνο του στο κρεβατάκι του…μα δεν ήταν στο σπίτι του, ήταν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Πλησίασε ο Άγγελος κι έψαξε με το βλέμμα του να βρει τη μητέρα του. Εκείνη πουθενά… Κι έκλαιγε το μωρό και κανείς δεν πήγαινε κοντά του να το ησυχάσει. Μόνο κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με λευκή ποδιά, το πήρε αγκαλιά και του μίλησε τρυφερά κι εκείνο σταμάτησε να κλαίει και…κοιμήθηκε πάλι ήρεμο…

Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένα μεγαλύτερο αγόρι, περίπου πέντε ετών με πολύ έντονα σημάδια τραυματισμού στο πρόσωπο και το σώμα του. Ο Άγγελος μπόρεσε να δει και τα σημάδια που είχε στην ψυχή του και τη θλίψη στο βλέμμα του. Και κατάλαβε…

Εκείνη την ώρα μπήκε μια άλλη γυναίκα με λευκή ποδιά κι έλαμψαν τα μάτια του αγοριού: «Για μένα ήρθες; Είσαι δική μου;»»

Για τρεις ώρες είμαι όλη δική σου…» του απάντησε η γυναίκα και άνοιξε την αγκαλιά της. Βγαίνοντας από το δωμάτιο, ο Άγγελος τους είδε να παίζουν με ένα μπαλόνι και να γελούν. Τα μάτια του μικρού αγοριού δεν ήταν πια θλιμμένα…

Συνέχισε τη βόλτα του ο Άγγελος περνώντας κι από άλλα δωμάτια… Είδε άρρωστα παιδιά, γονείς, νοσηλευτές και ιατρούς.

Στο σαλονάκι μια παρέα παιδιών έπαιζε ανέμελα σαν να ήταν στην παιδική χαρά.

«Αγαλματάκια ακίνητα, αμίλητα, αγέλαστα » είπε ένα κοριτσάκι και τα άλλα παιδιά έμειναν ακίνητα σαν αγάλματα. Έπαιζαν μαζί και κάποιοι…αλήθεια τι ήταν αυτοί; Φορούσαν λευκή ποδιά μα δεν έμοιαζαν ούτε με γιατροί, ούτε με νοσηλευτές. Θυμήθηκε ότι το σήμα που είχαν στην ποδιά τους το είχαν κι οι δυο γυναίκες με τις λευκές ποδιές στο πρώτο δωμάτιο που επισκέφτηκε. Άφησε τη χαρούμενη παρέα να παίζει και συνέχισε το δρόμο του… 

Πήγε στο διπλανό νοσοκομείο…Εκεί άκουσε φωνές και γέλια πολλών παιδιών. «Κάποια γιορτή θα έχουν…» σκέφτηκε και ακολούθησε τις φωνές για να βρεθεί κοντά τους. Μπήκε σε έναν χώρο όμορφο και ζεστό με πολλά παιδιά, αλλά και γονείς. Άλλα παιδιά ζωγράφιζαν καθισμένα γύρω από ένα τραπεζάκι, άλλα έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια κι άλλα έχτιζαν πύργο ψηλό με πλαστικά τουβλάκια. Κάποια χόρευαν και τραγουδούσαν…

Ο Άγγελος παρατήρησε ότι κάποια παιδιά δεν συνοδεύονταν από τους γονείς τους αλλά από γυναίκες και άντρες διαφόρων ηλικιών με λευκή ποδιά και…το γνωστό σήμα. Πλησίασε κοντά…

«Εθελοντές είμαστε…» είπε ένας νεαρός άνδρας σε μια μαμά που τον ρώτησε…

«Ααα… Εθελοντές!» είπε ο Άγγελος με νόημα…και παρατήρησε πως είχαν όλοι χαμογελαστά πρόσωπα και φωτεινό βλέμμα που αγκάλιαζε όλα τα παιδιά μα κυρίως αυτά που ήταν μόνα τους.

«Εθελοντές…» μουρμούρισε πάλι κι έκανε να φύγει αλλά μια εικόνα που αντίκρυσε, τον γύρισε πίσω… Ένα κοριτσάκι έκλαιγε στην αγκαλιά μιας εθελόντριας.

«Μην φύγεις!» της έλεγε με παράπονο… «Μην φύγεις…»

Κι εκείνη χωρίς να την αφήνει από την αγκαλιά της και χαϊδεύοντας την, της είπε με την ήρεμη φωνή της: «Ούτε κι εγώ θέλω να φύγω. Πέρασα υπέροχα μαζί σου. Μα ήρθε η ώρα… Κι αύριο το πρωί θα έρθει άλλη κυρία, σαν κι εμένα και θα περάσετε πάλι όμορφα παίζοντας και γελώντας. Τώρα θα σε πάω στο κρεβατάκι σου να κοιμηθείς γλυκά…» και άρχισε να της τραγουδάει: «κοιμήσου αγγελούδι μου…»

Ο Άγγελος συγκινήθηκε…

Βγήκε στην αυλή και λίγο πριν φτάσει στην πύλη, άκουσε φωνές παιδιών που έπαιζαν ποδόσφαιρο: «Γκοοοολ!» φώναξε η μία ομάδα… Αν δεν έβλεπε την ταμπέλα «Νοσοκομείο Παίδων» θα νόμιζε ο Άγγελος ότι βρίσκεται σε αθλητικό κέντρο. Παιδιά, μικρά και μεγάλα, έπαιζαν με εθελοντές, κλωτσούσαν μια μπάλα, γελούσαν και πανηγύριζαν για τις επιτυχίες τους. Μια χαρούμενη παρέα! Ο Άγγελος μπορούσε να νιώσει τον πόνο στην ψυχή των παιδιών, γιατί έβλεπε τις δυσκολίες που είχαν περάσει στη μικρή τους ζωή. Ήξερε όμως ότι αυτή τη στιγμή ήταν χαρούμενα κι αυτό είχε σημασία.

Πριν φύγει κοίταξε από κοντά το σήμα στην ποδιά ενός εθελοντή: «Εθελοντική Διακονία Ασθενών» διάβασε… Κούνησε το κεφάλι του, άνοιξε τα φτερά του και συνέχισε την αναζήτηση.

Είχε κι άλλα νοσοκομεία στην περιοχή και σκέφτηκε πως ίσως εκεί, μέσα στον πόνο και τη θλίψη, υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται πραγματικά τα δώρα του.

Μπήκε μέσα στο πρώτο που συνάντησε κι είδε μια γυναίκα μόνη της. Ο Άγγελος παρατήρησε πως όλοι οι ασθενείς είχαν έναν τουλάχιστον δικό τους άνθρωπο δίπλα τους και μιλούσαν και αντάλλασσαν ευχές για τη νέα χρονιά… Εκείνη κοιτούσε με ανυπομονησία την πόρτα σαν κάτι να περίμενε. Και ξαφνικά τα μάτια της χαμογέλασαν.

«Χρόνια πολλά κυρία Αγγελική! Καλή χρονιά να έχουμε!» είπε μια χαμογελαστή γυναίκα με λευκή ποδιά. Ο Άγγελος κατάλαβε… Εθελόντρια της «Διακονίας»! Κι έμεινε εκεί για να δει και να ακούσει τον διάλογο.

«Χρόνια πολλά κοπέλα μου! Να έχεις την ευχή μου! Δεν ξέρεις πόσο λαχταρούσα να έρθει κάποιος και για μένα, ένας δικός μου άνθρωπος. Σ’ ευχαριστώ!!!»

Κι η γυναίκα της έπιασε το χέρι τρυφερά κι έμειναν έτσι για αρκετή ώρα… Ο Άγγελος δεν άκουγε πια… Μόνο έβλεπε τα πρόσωπα και των δύο γυναικών, τη γαλήνη που είχαν και το χαμόγελο κι ένιωσε πως κι οι δυο έπαιρναν χαρά και δύναμη από αυτή τη σχέση…

Εκείνη την ώρα χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας που βρισκόταν στο προαύλιο του νοσοκομείου. Εσπερινός του Μεγάλου Βασιλείου! Εκεί θα έκανε το διάλειμμά του ο Άγγελός μας. Εξάλλου, μάλλον είχε ήδη αποφασίσει πως υπήρχαν πραγματικά άνθρωποι που άξιζε να τους δώσει τα πολύτιμα δώρα του, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι κι εκείνοι θα τα δώριζαν σε άλλους ανθρώπους κι έτσι θα πολλαπλασιάζονταν.

Μπήκε στον Ναό όπου υπήρχε ηρεμία και γαλήνη. Στις καρέκλες κάθονταν λίγοι ασθενείς και αρκετός άλλος κόσμος. Νοσηλευτές και γιατροί έμπαιναν για να προσκυνήσουν και να ανάψουν ένα κεράκι, να πάρουν ευλογία και να συνεχίσουν το δύσκολο έργο τους.

Μόνο ο ψάλτης ακουγόταν κι ο Ιερέας…

«Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.»

Έμεινε εκεί ο Άγγελος μέχρι το τέλος του εσπερινού κι είδε κόσμο πολύ να πλησιάζει τον Ιερέα και να του δίνει ευχές για χρόνια πολλά κι ευλογημένα! Φεύγοντας τον ακολούθησε…κι εκείνος πήγε σε έναν χώρο που απέξω έλεγε…»Εθελοντική Διακονία Ασθενών».

Ήξερε τώρα πως δεν ήταν τυχαίο που κάτι τον οδήγησε σ’ αυτό το Νοσοκομείο, σ’ αυτόν τον ναό. Κατάλαβε πως όλα από εδώ ξεκινούσαν…

Κι έτσι αποφάσισε εδώ να αφήσει τα δώρα του…

Όσο οι άνθρωποι της «Διακονίας» θα νοιάζονται για τον συνάνθρωπο και θα προσφέρουν αγάπη και χαρά, το φωτεινό αστέρι θα λάμπει εδώ και θα φωτίζει το έργο τους. Το δώρο της ζωής θα τους δίνει δύναμη και η πνοή γαλήνης θα δροσίζει τις ψυχές τους.

Ο Άγγελος έφυγε ήσυχος γνωρίζοντας πως τα Θεία δώρα του θα μοιράζονταν μέσω της «Διακονίας» σε όλους τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη φροντίδας και παρηγοριάς.

(Εμπνευσμένο από το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Τα πτερόεντα δώρα», 1907)

Ματίνα Κρουσταλάκη
παραμονή Πρωτοχρονιάς 2019